Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Οι τρείς μεγαλύτερες οικονομικές παρανοήσεις που κάνει ο σύγχρονος Έλληνας




Α) Η τιμή πώλησης ενός προϊόντος αντικατοπτρίζει την αξία που κόστιζε για να παραχθεί.


ΛΑΘΟΣ: Η τιμή πώλησης ενός προϊόντος αντικατοπτρίζει (σε συνθήκες ελεύθερης οικονομίας) την αξία που θεωρεί ότι θα προσλάβει ο καταναλωτής αγοράζοντας το. Η αξία που κόστισε δεν έχει καμιά μαθηματική συνάφεια με την αξία στη οποία θα πουληθεί, το πολύ πολύ να λειτουργήσει επικουρικά και σε δεύτερο επίπεδο.

Αυτός είναι ο λόγος που πολλά εμπορεύματα (ιδίως αυτά που λέμε «φίρμας») πωλούνται με μεγάλο μικτό κέρδος, αυτός είναι κι λόγος που βλέπουμε συχνά πυκνά παζάρια και ξεπουλήματα. Αυτός είναι τέλος ο λόγος που αποτυγχάνουν πολλές νεόκοπες επιχειρήσεις (καφέ, σαντουιτσάδικα) οι οποίες θεωρούν ότι το φθηνό κόστος παραγωγής είναι από μόνο του ικανό να τις κρατήσει ζωντανές.

Β) Η αποδοτικότητα ή η παραγωγικότητα ενός εργαζομένου έχει σχέση με την ευχαρίστησή του στο εργασιακό περιβάλλον.



ΛΑΘΟΣ: Δεν υπάρχει καμιά μαθηματική σχέση που να συνδέει την ευχαρίστηση με την αποδοτικότητα ή την παραγωγικότητα. Ακόμα περισσότερο, η «ευχαρίστηση» δε μπορεί να μετρηθεί, είναι ένα μη μέγεθος. Ούτε έχουν εξαχθεί ποτέ, σε επίπεδο υψηλότερο από αυτό της εμπειρικής προσέγγισης, αποτελέσματα αποδοτικότητας και παραγωγικότητας εργαζομένου προ και μετά της «ευχαρίστησής» του για να συγκριθούν.
Η παραγωγικότητα έχει να κάνει, σε ένα πολύ απλό παράδειγμα, με το πόσα κομμάτια παράγει ένας εργαζόμενος σε μια ώρα, ενώ η αποδοτικότητα πόσα κερδίζει η επιχείρηση πουλώντας αυτά τα κομμάτια σε σχέση με το πόσο που τον πληρώνει.

Και για τα δυο μεγέθη, και ιδίως για την παραγωγικότητα, υπεύθυνοι είναι οι διοικούντες την επιχείρηση και τα συστήματα παραγωγής  και ελέγχου που εφαρμόζουν. Αν ένας εργαζόμενος δεν παράγει όσο θα έπρεπε, δε φταίει η έλλειψη ευχαρίστησης, αλλά κάποιο σφάλμα στη μικροδιαχειριστική οργάνωση της παραγωγής και εκεί θα πρέπει να στρέψει το βλέμμα της η διοίκηση.

Γ) Η επένδυση σε κινητές και ακίνητες αξίες συνιστά αποταμίευση.



ΛΑΘΟΣ: Αποταμίευση συνιστά μόνο η δέσμευση κεφαλαίου σε υλικά ή χρηματοοικονομικά προϊόντα τα οποία από τη φύση τους δεν είναι σχεδιασμένα για να μεταβάλλεται η ονομαστική τους αξία.

Δηλαδή, αν κάποιος έχει χίλια ευρώ μετρητά αποταμίευση συνιστά ή να τα βάλει στο σεντούκι του, ή να τα βάλει σε λογαριασμό καταθέσεων σε μια τράπεζα. Και στα δυο αυτά σημεία άσχετα από το πόση αγοραστική αξία θα έχουν στο τέλος, πάλι χίλια ευρώ θα είναι.

Αντίθετα, αν αγοράσει, σπίτια, οικόπεδα, μετοχές ή ομόλογα, για να κεφαλαιοποιήσει το κέρδος του, θα πρέπει να τα ξαναπουλήσει. Σε αυτήν την περίπτωση εξαρτάται απόλυτα από την τρέχουσα αξία των επενδύσεων του. Αυτό που είχε αγοράσει χίλια ευρώ μπορεί να κοστίζει και εκατό, μπορεί και δέκα χιλιάδες.

Εδώ βέβαια πρέπει να συμπληρώσουμε πως η έννοια της επένδυσης ολοκληρώνεται αν λάβουμε υπ’ όψη και τις προσόδους που θα αποφέρει το επενδυμένο αγαθό κατά τη διάρκεια της δέσμευσης του κεφαλαίου. Στο τελικό αποτέλεσμα, κέρδος ή ζημία, από τη διαφορά απόκτησης και διάθεσης του αγαθού, πρέπει να συνυπολογιστούν επικαιροποιημένες και οι πρόσοδοι που έχει αποφέρει αυτό το αγαθό κατά τη διάρκεια της κατοχής του.