Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Γιατί τώρα Σταύρο



Το κείμενο που διαβάζετε μάλλον δεν αφορά σε όσους έχουν γαλουχηθεί σε βάθος δεκαετιών στους κόλπους ενός θαλερού και παντοδύναμου  ΠΑ.ΣΟ.Κ. Δεν αφορά σε παραδοσιακούς σοσιαλιστές, οι οποίοι ονειρεύονται περασμένα μεγαλεία και επιστροφή στο κραταιό παρελθόν του κεντρικού πυρήνα του Κινήματος και των δορυφόρων του, των αλήστου μνήμης «λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων».

Το κείμενο αυτό αφορά περισσότερο, χωρίς αυτό να είναι αποκλειστικό, σε ανθρώπους περίπου σαν κι εμένα. Ανθρώπους οι οποίοι κατά τεκμήριο προσέγγισαν στα νιάτα τους με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε βαθμό την Αριστερά, αλλά μετά απομακρύνθηκαν γιατί χρειάστηκε να βουτήξουν στην πραγματική ζωή, και να αφοσιωθούν σε αυτή για να τα βγάλουν πέρα με οικογένεια, δουλειά, και συνεχώς διαμορφούμενες ως αποτέλεσμα των δυο παραπάνω παραγόντων νέες κοινωνικές σχέσεις, χωρίς να ελπίζουν σε παράπλευρα κομματικά, πολιτικά, ή κρατικά στηρίγματα.

Αφορά σε ανθρώπους που έβλεπαν το Συνασπισμό να γέρνει επικίνδυνα στον αριστερίστικο ακτιβισμό. Σε ανθρώπους που αήδιασαν από τη μετατροπή του σε ΣΥΡΙΖΑ των κινημάτων, και που για αυτό το λόγο ίσως και να ψήφισαν και κανα δυο φορές Σημίτη, ως μια όαση λογικής στον άκρατο πολιτικό παραλογισμό των δυο τελευταίων δεκαετιών, αλλά η σχέση τους με το ΠΑ.Σο.Κ άρχιζε και τέλειωνε εκεί.

Αφορά σε ανθρώπους που νόμιζαν ότι ήταν (ακόμα) Αριστεροί, και χρειάστηκε να περάσουν μέσα από τη μπαλαφάρα της ΔημΑρ, και να τριφτούν μετά από πολύ καιρό απραξίας ξανά στην πολιτική αντιπαράθεση, για να ανακαλύψουν πόσο μακριά από τα ξεπερασμένα πολιτικά στερεότυπα αλλοτινών εποχών τούς έχει οδηγήσει η ζωή που επέλεξαν.

Μετά την αποδόμηση της Δημ.Αρ, κάποιοι άνθρωποι, από αυτούς τους οποίους αναφέρεται το τρέχον κείμενο, έμειναν πολιτικά άστεγοι, και, επειδή το μικρόβιο είχε επανεισχωρήσει για τα καλά στον οργανισμό τους, προσέτρεξαν να βρουν τις πλησιέστερες πολιτικές στέγες για να ενταχθούν, έστω και επιφυλακτικά.

Μέσα στον πολιτικό αναβρασμό της περιόδου νέες ομάδες, κινήσεις και σχηματισμοί δημιουργήθηκαν, οι οποίοι σε κατάσταση απόλυτης ρευστότητας προσπάθησαν να εκφράσουν το νέο και διαφορετικό που διαφαινόταν στον πολιτικό ορίζοντα.

Ίσως κάποιοι να θεωρήσουν τη δική μου πολιτική επιλογή εκείνης της εποχής αντιφατική με τη σημερινή μου πρόταση. Πιστεύω όμως ότι κατά βάθος δεν ήταν, και ελπίζω αυτό να προκύψει ως συμπέρασμα διαβάζοντας αυτές τις γραμμές.

Η προσπάθεια που ξεκίνησε το 2013 με επίκεντρο τον κ. Ευάγγελο Βενιζέλο για συσπείρωση των «δημοκρατικών» (ο όρος χρησιμοποιείται εδώ τελείως συμβατικά και έχοντας γνώση της εννοιολογικής ατέλειάς του) δυνάμεων ικανοποιούσε κατά τη γνώμη μου σχεδόν όλες τις συνθήκες που απαιτούντο εκείνη την εποχή για τη δημιουργία ενός σοβαρού «κεντροαριστερού» πόλου, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι θα γινόταν αποδεκτή η πρόσκληση από δυνάμεις οι οποίες υπερέβαιναν το εύρος που εκάλυπταν οι συνήθεις σύμμαχοι και συνοδοιπόροι. 

Το εγχείρημα προσέφερε υποδομή, νέα στελέχη, και, κυριότερα, προσέφερε το έδαφος για την πραγματοποίηση πρωτόγνωρων για την Ελληνική πολιτική ζυμώσεων, μέσα σε ένα κλίμα συνεργασίας επί αρχών, οι οποίες ζυμώσεις δε μπορούσαν παρά να οδηγήσουν σε κάτι νέο και ελπιδοφόρο.

Η προσπάθεια αυτή, για λόγους που όλοι γνωρίζουμε, τελικά δεν ευδοκίμησε. Κακώς κατά τη γνώμη μου, διότι θα είχαμε υπερπηδήσει μερικά δύσκολα χρονάκια, και ίσως και όλη τη ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ διακυβέρνηση.

Αυτή η εξέλιξη όμως έδωσε ώθηση να πάρουν το πάνω χέρι δυνάμεις με ένα σοσιαλδημοκρατικό τρόπο πιο παραδοσιακές και πιο συντηρητικές, κάτι το οποίο μόνο σαν πισωγύρισμα μπορεί να θεωρηθεί.

Εν τέλει ερχόμαστε στο σήμερα, υπό την πίεση των εξελίξεων, όπως τις διαμόρφωσε η με κάθε τρόπο απαράδεκτη ακροαριστεροακροδεξιά λαϊκίστικη διακυβέρνηση του συνασπισμού ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Στο σήμερα, όπου μετά από κόπους και βάσανα στήνεται εκ νέου μια αξιοπρεπής προσπάθεια για συμπαράταξη των πολιτικών δυνάμεων οι οποίες κοιτάνε προς τα δεξιά το κέντρο. Ίσως αυτή να είναι η τελευταία ελπίδα για κάτι ανάλογο. Δεν ισχυρίζομαι ότι πρόκειται για κάτι στρωμένο, ή για κάτι που θα έχει άμεσα και αίσια αποτελέσματα. Είναι όμως κάτι που μπορεί να εξελιχθεί σε αυτό που θα έπρεπε να είχε γίνει εξ αρχής. Σε μια προγραμματική σύγκλιση όλως των πολιτικών δυνάμεων που θεωρούν ότι αυτή η προσπάθεια αφορά και σε αυτούς και αυτοπροσδιορίζονται σε αυτόν τον χώρο.

Υπό αυτήν την έννοια αποκτά λογική και η πρόταση για τη διατήρηση των δυο παράλληλων κοινοβουλευτικών ομάδων που θα συνεργάζονται. Ο χώρος δε μπορεί ποτέ να γίνει ενιαίο κόμμα, και θα ήταν λάθος να επιχειρηθεί κάτι τέτοιο. Αυτό που χρειάζεται είναι ενιαία παράταξη δυνάμεων, που θα εκχωρεί στο άτομο το ζωτικό δικαίωμα της διαφορετικής πολιτικής άποψης εντός, και το δικαίωμα της ομαδοποίησης πάνω σε αυτή, και θα του επιβάλλει την υποχρέωση της σύγκλισης και της δημιουργίας κοινών συνισταμένων.

Ας είμαστε σαφείς και ρεαλιστές. Η επικράτηση στην εσωτερική εκλογική διαδικασίας του κ. Σταύρου Θεοδωράκη δε θα λύσει αυτόματα κανένα πρόβλημα, ούτε θα ανοίξει διάπλατες λεωφόρους για να ξεχυθεί καλπάζοντας η «κεντροαριστερά». Ούτε ισχύει ότι ο κ. Σταύρος Θεοδωράκης έχει σε όλα δίκιο, και οι υπόλοιποι σε όλα λάθος.

Η ψήφος αυτή είναι περισσότερο ψήφος ελπίδας ότι η τράπουλα θα συνεχίσει να ανακατώνεται, έτσι ώστε οι διεργασίες στο χώρο κάποτε να δημιουργήσουν τη δυνατότητα για να παρουσιαστεί μια ρεαλιστική προοδευτική πρόταση για την Ελληνική κοινωνία. Είναι ελπίδα ότι ο χώρος δε θα βυθιστεί στο τέλμα ενός καταστροφικού αυτοαναφορικού «μπροστά και αριστερά».

Οφείλουμε βέβαια να πιστώσουμε στην κα Γεννηματά την απρόσμενα ρεαλιστική στάση που επέδειξε αποδεχόμενη την διενέργεια αυτής της εκλογικής διαδικασίας. Είναι αδύνατο όμως να δεχθούμε ότι όλη αυτή η «κεντροαριστερή» τρικυμία επί τόσα έτη έλαβε χώρα για να αποφασίσουμε τον ηγέτη μεταξύ ακραιφνών δημιουργημάτων του κομματικού σωλήνα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Για «μια από τα ίδια»

Αυτά είχα να πω, χωρίς να έχω καμιά κομματική σχέση ή οργανωτική εξάρτηση με κανέναν από τους παραπάνω χώρους.

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Οι τρείς μεγαλύτερες οικονομικές παρανοήσεις που κάνει ο σύγχρονος Έλληνας




Α) Η τιμή πώλησης ενός προϊόντος αντικατοπτρίζει την αξία που κόστιζε για να παραχθεί.


ΛΑΘΟΣ: Η τιμή πώλησης ενός προϊόντος αντικατοπτρίζει (σε συνθήκες ελεύθερης οικονομίας) την αξία που θεωρεί ότι θα προσλάβει ο καταναλωτής αγοράζοντας το. Η αξία που κόστισε δεν έχει καμιά μαθηματική συνάφεια με την αξία στη οποία θα πουληθεί, το πολύ πολύ να λειτουργήσει επικουρικά και σε δεύτερο επίπεδο.

Αυτός είναι ο λόγος που πολλά εμπορεύματα (ιδίως αυτά που λέμε «φίρμας») πωλούνται με μεγάλο μικτό κέρδος, αυτός είναι κι λόγος που βλέπουμε συχνά πυκνά παζάρια και ξεπουλήματα. Αυτός είναι τέλος ο λόγος που αποτυγχάνουν πολλές νεόκοπες επιχειρήσεις (καφέ, σαντουιτσάδικα) οι οποίες θεωρούν ότι το φθηνό κόστος παραγωγής είναι από μόνο του ικανό να τις κρατήσει ζωντανές.

Β) Η αποδοτικότητα ή η παραγωγικότητα ενός εργαζομένου έχει σχέση με την ευχαρίστησή του στο εργασιακό περιβάλλον.



ΛΑΘΟΣ: Δεν υπάρχει καμιά μαθηματική σχέση που να συνδέει την ευχαρίστηση με την αποδοτικότητα ή την παραγωγικότητα. Ακόμα περισσότερο, η «ευχαρίστηση» δε μπορεί να μετρηθεί, είναι ένα μη μέγεθος. Ούτε έχουν εξαχθεί ποτέ, σε επίπεδο υψηλότερο από αυτό της εμπειρικής προσέγγισης, αποτελέσματα αποδοτικότητας και παραγωγικότητας εργαζομένου προ και μετά της «ευχαρίστησής» του για να συγκριθούν.
Η παραγωγικότητα έχει να κάνει, σε ένα πολύ απλό παράδειγμα, με το πόσα κομμάτια παράγει ένας εργαζόμενος σε μια ώρα, ενώ η αποδοτικότητα πόσα κερδίζει η επιχείρηση πουλώντας αυτά τα κομμάτια σε σχέση με το πόσο που τον πληρώνει.

Και για τα δυο μεγέθη, και ιδίως για την παραγωγικότητα, υπεύθυνοι είναι οι διοικούντες την επιχείρηση και τα συστήματα παραγωγής  και ελέγχου που εφαρμόζουν. Αν ένας εργαζόμενος δεν παράγει όσο θα έπρεπε, δε φταίει η έλλειψη ευχαρίστησης, αλλά κάποιο σφάλμα στη μικροδιαχειριστική οργάνωση της παραγωγής και εκεί θα πρέπει να στρέψει το βλέμμα της η διοίκηση.

Γ) Η επένδυση σε κινητές και ακίνητες αξίες συνιστά αποταμίευση.



ΛΑΘΟΣ: Αποταμίευση συνιστά μόνο η δέσμευση κεφαλαίου σε υλικά ή χρηματοοικονομικά προϊόντα τα οποία από τη φύση τους δεν είναι σχεδιασμένα για να μεταβάλλεται η ονομαστική τους αξία.

Δηλαδή, αν κάποιος έχει χίλια ευρώ μετρητά αποταμίευση συνιστά ή να τα βάλει στο σεντούκι του, ή να τα βάλει σε λογαριασμό καταθέσεων σε μια τράπεζα. Και στα δυο αυτά σημεία άσχετα από το πόση αγοραστική αξία θα έχουν στο τέλος, πάλι χίλια ευρώ θα είναι.

Αντίθετα, αν αγοράσει, σπίτια, οικόπεδα, μετοχές ή ομόλογα, για να κεφαλαιοποιήσει το κέρδος του, θα πρέπει να τα ξαναπουλήσει. Σε αυτήν την περίπτωση εξαρτάται απόλυτα από την τρέχουσα αξία των επενδύσεων του. Αυτό που είχε αγοράσει χίλια ευρώ μπορεί να κοστίζει και εκατό, μπορεί και δέκα χιλιάδες.

Εδώ βέβαια πρέπει να συμπληρώσουμε πως η έννοια της επένδυσης ολοκληρώνεται αν λάβουμε υπ’ όψη και τις προσόδους που θα αποφέρει το επενδυμένο αγαθό κατά τη διάρκεια της δέσμευσης του κεφαλαίου. Στο τελικό αποτέλεσμα, κέρδος ή ζημία, από τη διαφορά απόκτησης και διάθεσης του αγαθού, πρέπει να συνυπολογιστούν επικαιροποιημένες και οι πρόσοδοι που έχει αποφέρει αυτό το αγαθό κατά τη διάρκεια της κατοχής του.